Σχετικά με τα εν δυνάμει βλαβερά συστατικά

Τα αρώματα υπάρχουν και χρησιμοποιούνται από την αρχαιότητα. Είναι μίγματα ουσιών τα οποία μαζί με σταθεροποιητές προσδίδουν ευχάριστη μυρωδιά.  Η ανάπτυξη της σύγχρονης αρωματοποιίας άρχισε τον 19ο αιώνα, με την κατασκευή συνθετικών αρωμάτων, και εξελίσσεται ως τις μέρες μας.

Σήμερα υπάρχουν πολλών ειδών αρώματα, όπως αιθέρια έλαια, αρώματα καύσης, φυσικά αποστάγματα και βρώσιμα αρώματα.

Τα βρώσιμα αρώματα ή αλλιώς αρώματα γεύσης, χρησιμοποιούνται για να τονίσουν τη γεύση, προσθέτοντάς τα σε οποιαδήποτε συνταγή ζαχαροπλαστικής ή μαγειρικής.

Τα τελευταία χρόνια έχει παρατηρηθεί ότι τα αρώματα γεύσης χρησιμοποιούνται και για άλλες χρήσεις, όπως σε αρωματισμό φυσικού καπνού, ή κατασκευή υγρών ηλεκτρονικού τσιγάρου.

Όπως όλα τα αρώματα έτσι και αυτά χρησιμοποιούν σταθεροποιητές καθώς και συστατικά που βοηθούν σε ένα καλύτερο γευστικό αποτέλεσμα. Τέτοια είναι το διακετύλιο, το οποίο δεν χρησιμοποιείται πια και έχει αντικατασταθεί με το ακετυλοπροπιονύλιο (το “γνωστό” acetyl propionyl), την ακετοΐνη (acetoin) και το βουτυρικό οξύ.

Τα συστατικά αυτά είναι απολύτως ασφαλή κατά την βρώση, αλλά για εισπνοή σε μακροχρόνια χρήση υπάρχει πιθανότητα να δημιουργήσει πρόβλημα, καθώς  το μόριο Ακετοΐνη μπορεί κάτω από ορισμένες συνθήκες να «καταλυθεί» και να περιέχει ελάχιστα ιχνοστοιχεία του μορίου διακετύλιο.

Συνήθως, αυτά τα συστατικά περιέχονται σε γεύσεις κρέμας, βανίλιας και όπου είναι επιθυμητή η γεύση του βουτήρου καθώς και σε ορισμένα εκχυλίσματα φρούτων (αφού προκύπτει φυσικά).